Σατιρικές τηλεοπτικές εκπομπές της Ελλάδας

  
Στην Ελλάδα ο όρος ''σάτιρα'' εμφανίζεται πολύ συχνά στην καθημερινότητα των τελευταίων χρόνων με αφορμή αρκετές τηλεοπτικές εκπομπές και κυρίως λόγω του έργου του Λάκη Λαζόπουλου.
Ο μεγαλύτερος ίσως μέχρι και σήμερα σατιρικός καλλιτέχνης που πέρασε από τις τηλεοπτικές συχνότητες σε όλα τα ελληνικά σπίτια είναι ο Χάρρυ Κλυνν. Όπως οι περισσότεροι σατιρικοί καλλιτέχνες ασχολήθηκε με διάφορα είδη τέχνης αλλά η μικρή οθόνη ήταν αυτή που τον έκανε ευρέως γνωστό και μάλιστα καθυστερημένα διότι η κρατική τηλεόραση αρνιόταν να φιλοξενήσει υλικό του. Το 1990 με το ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης στην Ελλάδα κατάφερε να παρουσιάσει τα «Harry Klynn Special Shows», τα οποία λόγω της μεγάλης τους επιτυχίας παρέμειναν στους τηλεοπτικούς δέκτες για τέσσερα χρόνια. Το 1995 παρουσίασε το «Πολίτης Κλυνν» στο οποίο μεταμφιεζόταν διαρκώς σε διάφορους χαρακτήρες, σατιρίζοντας πολιτικά και κοινωνικά γεγονότα της τότε επικαιρότητας. 
  Το 2007 παρουσιάστηκε μέσα από τη συχνότητα του ALPHA μία νυχτερινή σατιρική εκπομπή με τίτλο «Αλ Τσαντίρι Νιους» η οποία προβάλλεται μέχρι και σήμερα. Κύριος συντελεστής της συγκεκριμένης εκπομπής ο ηθοποιός Λάκης Λαζόπουλος ο οποίος παρουσιάζει μέσω του χιούμορ κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα προκαλώντας τις περισσότερες φορές κύματα αντιδράσεων των προσώπων και των οργανισμών που σατιρίζει. Κάποιοι πολιτικοί όπως ο βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ κος Άδωνις Γεωργιάδης έχουν υποστηρίξει ότι ο Λαζόπουλος μέσα από την συγκεκριμένη εκπομπή δεν παράγει σάτιρα αλλά πολιτική προπαγάνδα.
    Την ίδια χρονιά με το Αλ Τσαντίρι Νιους προβλήθηκε στην ελληνική τηλεόραση και μία ακόμα σατιρική εκπομπή, αυτή τη φορά από την συχνότητα του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ. Η συγκεκριμένη εκπομπή ονομαζόταν «Ελληνοφρένεια» και παρουσιαζόταν μέχρι και τον Μάιο του 2011, ενώ ταυτοχρόνως υπήρχε και ραδιοφωνική  «Ελληνοφρένεια» η οποία απαρτιζόταν από ηχητικές φάρσες απλών πολιτών αλλά και δημοσίων προσώπων. 
   Τον Απρίλιο του 2008 παρουσιάζεται από τη συχνότητα του ΑΝΤ1 μία απογευματινή σατιρική εκπομπή με τίτλο «Ράδιο Αρβύλα» και με συντελεστές τους: Αντώνη Κανάκη, Γιάννη Σερβετά, Στάθη Παναγιωτόπουλο και Χρήστο Κιούση (Εικόνα 20). Τον Γενάρη του 2010, θέλοντας η σάτιρα τους να έχει πιο ευρεία θεματολογία και να είναι πιο καυστική, μεταφέρονται στην μεταμεσονύχτια ζώνη μετάδοσης του σταθμού απολαμβάνοντας μέχρι και σήμερα μεγάλη επιτυχία και αποδοχή του τηλεοπτικού κοινού. 
   Ο Αντώνης Κανάκης για τη σάτιρα που ασκείται στην τηλεόραση και συγκεκριμένα δήλωσε: «Ο στόχος της σατιρικής εκπομπής είναι να διαλύει, να γκρεμίζει, να αποδομεί πράγματα, πρόσωπα και καταστάσεις, να είναι ισοπεδωτική, όχι να χτίζει ή να παράγει άμεση πολιτική. Ο στόχος μιας σατιρικής εκπομπής πρέπει να γελοιοποιεί τα πρόσωπα εξουσίας, να τους απογυμνώνει από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνεια τους». 
   Η δημοσιογράφος Μαριάννα Τζιαντζή αναφέρεται στις 5 Οκτώβρη του 2010 στις ποινές των σατιρικών τηλεοπτικών προγραμμάτων μέσα από τη στήλη της στην εφημερίδα ''Καθημερινή'' και τίθεται υπέρ της σάτιρας δηλώνοντας: «Ο μεγαλύτερος εχθρός της πολιτικής σάτιρας δεν είναι η απρέπεια, η υπερβολή αλλά η εγκατάλειψη της μάχης για την αλήθεια, την οποία οφείλει να δίνει με τα δικά της ομοιόμορφα όπλα. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τη σάτιρα είναι ο συμβιβασμός, το στρογγύλεμα, η ευκολία και η αυτολογοκρισία και προς αυτήν την κατεύθυνση μπορεί να οδηγήσουν τα πρόστιμα του ΕΣΡ για το Αλ Τσαντίρι Νιουζ και το Ράδιο Αρβύλα».

Σατιρικές τηλεοπτικές εκπομπές του εξωτερικού

   Επιτυχημένες σατιρικές τηλεοπτικές εκπομπές όμως δεν προβλήθηκαν μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Στις 30 Οκτώβρη του 2010 δύο διάσημοι παρουσιαστές σατιρικών εκπομπών στις Η.Π.Α., ο Τζον Στιούαρτ και ο Στίβεν Κόλμπερτ θέλησαν μέσα από κωμικά σκετς να δώσουν απαντήσεις στο υπερσυντηρητικό κίνημα του ''Tea Party'', το οποίο ετοιμαζόταν να εισέλθει την επόμενη στο Κογκρέσο με το άρμα των Ρεπουμπλικάνων. Ο Στιούαρτ ενσάρκωνε τη φωνή της λογικής ενώ ο Κόλμπερτ τον φόβο θέλοντας να σατιρίσει τις κινήσεις των Ρεπουμπλικάνων

Τηλεοπτικές σατιρικές σειρές στην Ελλάδα

   Τον Απρίλιο του 1997 παρουσιάζεται από το Mega Channel μία σατιρική σιερά, με κύριους συντελεστές τον Αντώνη Κανάκη και τον Σωτήρη Καλυβάτση, με τίτλο Α.Μ.Α.Ν. Τον Οκτώβρη του 1997 οι συντελεστές και όλο το concept της εκπομπής μεταφέρεται στον ΑΝΤ1, όπου η σάτιρα τους γίνεται αποδεκτή από όλο και μεγαλύτερη μερίδα του τηλεοπτικού κοινού, το οποίο τους καθιερώνει δίνοντας τους το εισιτήριο της παραμονής στους τηλεοπτικούς δέκτες μέχρι και το 2000. Το 2000 η σατιρική ομάδα αποφασίζει να παρουσιάσει μία μεταμεσονύχτια σειρά με τίτλο Τα Καθάρματα, η οποία όμως κόβεται σύντομα λόγω χαμηλής τηλεθεαματικότητας. Τον Νοέμβρη του 2000 συνδυάζουν τις δύο σειρές που προηγήθηκαν σε μία με τίτλο Α.Μ.Α.Ν. Τα Καθάρματα, η οποία βασίζεται πια περισσότερο στην πολιτική σάτιρα και παραμένει στους τηλεοπτικούς δέκτες μέχρι και το 2002. Από το 2002 μέχρι και το 2005 εμφανίζουν έκτακτα επεισόδια, βασιζόμενα κυρίως σε πολιτικές εξελίξεις (Εκλογές, Πόλεμος στο Ιράκ κ.α.) τις οποίες είχαν ανάγκη να παρουσιάσουν μέσα από την σάτιρα τους στο τηλεοπτικό κοινό. 

Τηλεοπτικές σατιρικές σειρές του εξωτερικού

   Η Μαύρη Οχιά ήταν μια βρετανική μαύρη κωμική σειρά γεμάτη καυστικό χιούμορ με διάφορα έτη προβολής από το 1982 μέχρι και το 2000. Αποτελούσε μια χιουμοριστική ματιά στην ιστορία της Βρετανίας, εκτυλίσσεται σε τέσσερις κύκλους όπου καθένας παρουσιάζει και από μια διαφορετική περίοδο της βρετανικής ιστορίας, από τον 15ο αιώνα ως και τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Ρόουαν Ατκινσον υποδύεται τον πάνκακο και αμφιβόλου καλλονής Έντμουντ Μπλακάντερ δούκα του Εδιμβούργου, παραμελημένο υιό ενός μεσαιωνικού βασιλιά που καταστρώνει τις πιο διαβολικές ίντριγκες προκειμένου να υφαρπάξει το στέμμα. Δίπλα του ο απαράδεκτος υποτακτικός Μπόλντρικ με δείκτη νοημοσύνης λάχανου και με αγαπημένη του ρήση «Ι have a cunning plan» («έχω ένα σατανικό σχέδιο») και ο Πέρσι, ανάλογων νοητικών προσόντων. Στο πέρασμα των αιώνων αφεντικά και υπηρέτες αλλάζουν συχνά ρόλους. Ο Έντμουντ Μπλακάντερ παραμένει σταθερά απαράδεκτος. Ο πρώτος κύκλος εξελίσσεται στην Σκοτία του 15ου αιώνα όπου ο στερημένος από το προνόμιο της διαδοχής γιος του βασιλιά μηχανεύεται τρόπους, προκειμένου να ανεβεί στο θρόνο. Δυστυχώς, ούτε το μυαλό του τον βοηθά ιδιαίτερα ούτε η μοίρα είναι με το μέρος του. Στον δεύτερο κύκλο επεισοδίων ο λόρδος Έντμουντ Μπλακάντερ μηχανεύεται τρόπους, προκειμένου να κερδίσει την εύνοια της βασίλισσας Ελισάβετ Α'. Δυστυχώς, για ακόμα μία φορά, ούτε το μυαλό του τον βοηθά ιδιαίτερα ούτε η μοίρα είναι με το μέρος του. Σε αυτόν τον κύκλο της σειράς με φόντο την Αγγλία του 1560, κάνει την εμφάνιση της μια ανεκδιήγητη Μιράντα Ρίτσαρντσον στον ρόλο της νυμφομανούς Ελισάβετ Α'. Ειδική μνεία πρέπει σαφώς να γίνει και στον MacAdder, στον σκωτσέζο ξάδελφο του  Έντμουντ Μπλακάντερ τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Ατκινσον με κόκκινο μαλλί, φακίδες και κιλτ. Ο τρίτος κύκλος εκτυλίσσεται στην Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου ο απόγονος του Έντμουντ Μπλακάντερ εργάζεται ως μπάτλερ στην υπηρεσία ενός πρίγκιπα και προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποκτήσει δόξα και χρήματα μέσα από κωμικοτραγικές καταστάσεις. Δυστυχώς, για ακόμα μία φορά, η μοίρα δεν είναι με το μέρος του. Ο τέταρτος κύκλος εξελίσσεται στο δυτικό μέτωπο  το 1917 με τον λοχαγός Μπλακάντερ να έχει καταταγεί στο στρατό με σκοπό να ταξιδέψει στα πέρατα της βρετανικής αυτοκρατορίας. Όμως ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπά και ο ίδιος βρίσκεται λόγω περίεργων συγκυριών στις λάσπες και στα χαρακώματα.

Η σάτιρα στην φωτογραφία

   Η τέχνη της φωτογραφίας συχνά αποτελεί σατιρικό είδος. Υπάρχουν δύο είδη φωτογραφίας που ασκούν σάτιρα σε κοινωνικά και πολιτικά στιγμιότυπα: τα αυθόρμητα απαθανατισμένα στιγμιότυπα από τον φωτογραφικό φακό και τα επεξεργασμένα στιγμιότυπα μέσω τεχνολογικών μέσων. Στην πρώτη κατηγορία συνήθως οι φωτογράφοι απαθανατίζουν περίεργες ανθρώπινες συμπεριφορές με στόχο τη δημιουργία γέλιου των θεατών. Τις περισσότερες φορές χρησιμοποιούν παράξενες συμπεριφορές δημοσίων προσώπων και δη πολιτικών των οποίων οι ανάρμοστες συμπεριφορές εκτός από κατακριτέες θεωρούνται και αστείες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν φωτογραφίες οι οποίες μέσω επεξεργασίας τις περισσότερες φορές δημιουργούν συνομιλίες μεταξύ δημοσίων προσώπων, οι οποίες δεν συνέβησαν αλλά σε συνδυασμό με την εικόνα που μας παρουσιάζεται δημιουργούν παρωδίες.

Η σάτιρα στα κόμικς

   Το 1981 ένας καλλιτέχνης υπό το ψευδώνυμο «Αρκάς» δημοσίευσε  τη συλλογή κόμικς «Κόκορας» στο περιοδικό Βαβέλ. Μέσα από την πρώτη του αυτή σειρά σατιρίζει το σεξ και πώς αυτό επηρεάζει τις κοινωνικές σχέσεις μέσα από την ιστορία ενός κόκορα. Το 1988 μέσα από την εφημερίδα «Η ΠΡΩΤΗ»  κυκλοφόρησε τη σειρά «Ισοβίτης», η οποία του έφερε και την καθολική αναγνώριση του έργου του. Στη συγκεκριμένη σειρά κόμικς πάλι χρησιμοποιεί ζώα για πρωταγωνιστές αλλά αντί για κόκορα αυτή τη φορά όλα εκτυλίσσονται γύρω από έναν ισόβια φυλακισμένο ποντικό. Ο συγκεκριμένος ποντικός μαζί με έναν αρουραίο (Μοντεχρήστο) φιλοσοφούν μέσα στη φυλακή προσπαθώντας να καταλάβουν αν διαφέρει η ζωή στη φυλακή από αυτήν στον έξω κόσμο, σατιρίζοντας τις ελευθερίες τις οποίες θεωρούμε πως έχουμε στο συμβατικό εκτός φυλακής περιβάλλον. Οι σατιρικές κόμικς σειρές του συνέχισαν να δημοσιεύονται από τον έντυπο τύπο, οι πιο γνωστές των οποίων είναι: «Χαμηλές Πτήσεις» το 1991 από την εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, «Καστράτο» το 1995 από το περιοδικό Μετρό, «Πειραματόζωα» το 1998 από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και «Η Ζωή Μετά» το 1999 από την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Όλες του οι σειρές βασίζονται στο βιτριολικό χιούμορ θέλοντας να παρουσιάσει σκληρές και άγριες καταστάσεις της πραγματικότητας ασκώντας ταυτοχρόνως κριτική σε πολιτικά και κοινωνικά φαινόμενα της καθημερινότητας μας . Μέχρι και σήμερα χρησιμοποιεί ως ήρωες των ιστοριών του μέλη του ζωικού βασιλείου, θέλοντας να αποδείξει ότι τα ζωώδη ένστικτα και συμπεριφορές δεν διαφέρουν από αυτά των ανθρώπων. 
    Η τελευταία σειρά του Αρκά «Επικίνδυνα Νερά» κυκλοφόρησε ένα τεύχος με τίτλο Μην Ψαρώνεις το 2010, το οποίο μέσω της σάτιρας παρουσίαζε την απληστία, τη διεκδίκηση εξουσίας και τη βία που υπάρχουν στα πλάσματα της θάλασσας υπενθυμίζοντας μας ότι η δική μας κοινωνία δεν παρεκκλίνει και πολύ από αυτήν του βυθού. 
   Όλες του οι σειρές μεταφράστηκαν σε εννιά γλώσσες και μετέφεραν την ελληνική σάτιρα σε όλο τον κόσμο. Το 2008 παίχτηκε και το πρώτο του θεατρικό έργο «Εχθροί Εξ Αίματος» στο Θέατρο Νέου Κόσμου. Πρωταγωνιστές του συγκεκριμένου έργου ήταν τα όργανα ενός ανθρώπινου σώματος το οποίο μόλις είχε τραυματιστεί σε ατύχημα.

Η σάτιρα στην γελοιογραφία

   Στόχος των γελοιογράφων είναι μέσα από την παραμόρφωση των χαρακτηριστικών κυρίως προσώπων αλλά και καταστάσεων να προκαλέσουν γέλιο σε όποιον αντικρίσει το έργο τους. Το καλλιτεχνικό υπόβαθρο της γελοιογραφίας βρίσκεται στο γκροτέσκο, δηλαδή στην μεταμόρφωση του αρχικού σχεδίου με στοιχεία που το μεταλλάσσουν και το αλλοιώνουν. Σατιρικές αναπαραστάσεις συναντάμε σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες αλλά και σε προκλασικά ελληνικά αγγεία. Ο πιο γνωστός γελοιογράφος της αρχαίας Αθήνας είναι ο Παύσων, του οποίου οι δημιουργίες δεν διασώθηκαν αλλά οι σύγχρονοι του (όπως ο Αριστοφάνης) μας πληροφορούν για αυτόν και το έργο του. Οι πρώτες γελοιογραφίες προσώπων προέρχονται από τον Τζουζέπε Άρτσιμπόλντι (1527-1593) και τον Τζιοβάνι Μπερνίνι (1598-1680). Μία τεράστια εφεύρεση, η τυπογραφία, έδωσε την ευκαιρία στην γελοιογραφία να αναπτυχθεί και να εξαπλωθεί αφού μέσω των εντύπων το υλικό των γελοιογράφων πέρασε στα χέρια εκατομμυρίων θεατών. Οι τυπογράφοι δημοσιεύουν γελοιογραφικές εικονογραφήσεις βιβλίων αλλά και φυλλαδίων όπως τις εικαστικές επιθέσεις ενάντια στον Πάπα του λουθηρανού ζωγράφου Λουκά Κράναχ (1472-1553).

Η σάτιρα στην ζωγραφική

   Τον 16ο αιώνα ο Pieter Aertsen με τη ζωγραφική του σατιρίζει τα ήθη και τα έθιμα της εποχής. Στο έργο του “The Egg Dance”(1552) παρουσιάζει μία ταβέρνα να έχει μεταμορφωθεί σε πορνείο με πρωταγωνιστές μέθυσους και γυναίκες χαμηλών ηθών. Ο συγκεκριμένος πίνακας περιέχει πολλούς συμβολισμούς όπως για παράδειγμα την ύπαρξη της γκάιντας η οποία εκτός από μουσικό όργανο συμβολίζει τα ανδρικά γεννητικά όργανα.
    Τον 18ο αιώνα λόγω της Γαλλικής Επανάστασης αναπτύσσεται η πολιτική και κοινωνική σάτιρα μέσω της ζωγραφικής ως μέσο επαναστατικής προπαγάνδας με καυστικές αντιβασιλικές γελοιογραφίες να κάνουν την εμφάνιση τους. Δύο Άγγλοι καλλιτέχνες ξεχωρίσουν στη δημιουργία σατιρικής ζωγραφικής αυτόν τον αιώνα στην Ευρώπη και αυτοί είναι ο Ουίλιαμ Χόγκαρθ και ο Τζέιμς Τζιλρέι. 
   Εμπνεόμενος από τα πρωτοφανή επίπεδα δωροδοκίας και διαφθοράς των βρετανικών εκλογών του 1754, ο Ουίλιαμ Χόγκαρθ δημιούργησε την σειρά έργων “An Election”(1754-1755). Με την συγκεκριμένη σειρά ζωγραφικών έργων ο Χόγκαρθ αποτύπωσε μέσω της σάτιρας τα ζωώδη ένστικτα της ανθρώπινης φύσης. 
   Στο έργο του με τίτλο “An Election Entertainment”(μια εκλογική διασκέδαση) παρουσιάζει ένα εκλογικό κέντρο όπου έχει στηθεί μία γιορτή όπου οι δύο υποψήφιοι περιτριγυρίζονται από πιθανούς ψηφοφόρους, τους οποίους προσελκύουν προσφέροντας τους άφθονο ποτό και φαγητό. Όσους δεν έχουν καταφέρει να πείσουν μέσω της μέθης τους δωροδοκούν.
   Στο έργο του “Canvassing for Votes” (Ψηφοθηρία) ο Χόγκαρθ παρουσιάζει ακόμα μια φορά ένα σκηνικό δωροδοκίας αλλά αυτή τη φορά σε εξωτερικό χώρο, υπαινισσόμενος ότι τα πολιτικά κόμματα χρησιμοποιούν τα χρήματα των φορολογουμένων πολιτών στη διεκδήκηση ψήφων. 
   Το τρίτο έργο της σειράς έχει τίτλο “The Polling” (Η Καταμέτρηση) και παρουσιάζει ένα σκηνικό διαφθοράς την ώρα της ψηφοφορίας. Ένας στρατιώτης που έχει χάσει το χέρι του προσπαθεί να ψηφίσει αλλά δεν του επιτρέπεται να ορκιστεί με τον γάντζο αντί για χέρι, ενώ οι εκπρόσωποι των κομμάτων προσπαθούν να αποσπάσουν την ψήφο ενός άνδρα ο οποίος όντας μεθυσμένος δεν έχει ορθή βούληση. 
   Το τέταρτο έργο της σειράς με τίτλο “Chairing The Member” (Η Προεδρία του Μέλους) παρουσιάζει ένα αλλοπρόσαλλο σκηνικό με τους χαμένους να πανηγυρίζουν ταυτόχρονα με τους νικητές. Στον τοίχο ενός κτιρίου αναγράφεται ειρωνικά η φράση “Pulvis et umbra sumus” - “Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά σκόνη και σκιές”, ενώ μια χήνα πετάει πάνω από το κεφάλι του εκλεγμένου βουλευτή χλευάζοντας με αυτόν τον τρόπο το έργο του Λε Μπρούν “The Battle of Arbela” (Η Μάχη της Αρμπέλα), στο οποίο ένας αετός απεικονίζεται πάνω από το κεφάλι του κατακτητή.
   Από τον Χόγκαρθ εμπνεύστηκαν πολλοί μεταγενέστεροι ζωγράφοι όπως ο Τζέιμς Τζιλρέι (1756-1815) ο οποίος δημιούργησε εξαίσιες γελοιογραφίες αλλά και ο Τζον Λούις Κρίμελ(1786-1821) που χρησιμοποίησε τη σάτιρα για να παρουσιάσει κοινωνικά ήθη και έθιμα της εποχής του.
    Τον 20ο αιώνα εμφανίζεται λόγω πολιτικών και κοινωνικών αναταραχών μία νέα κίνηση στην Γερμανία κυρίως, η Neue Sachlikeit (Νέα Αντικειμενικότητα) η οποία βασιζόταν στη διαστρέβλωση αξιών και αξιωμάτων μέσω της σάτιρας. Ο George Grosz υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της συγκεκριμένης καλλιτεχνικής κίνησης και οι πίνακες του αποτελούν παρωδίες της σημειολογικής ριζοσπαστικότητας του κυβισμού, διατηρώντας τους επίκαιρους ακόμα και σήμερα. Το πιο χαρακτηριστικό σατιρικό του έργο είναι το “The Pillars of Society”(Οι στυλοβάτες της κοινωνίας), το οποίο αποτελεί σαρκαστική απεικόνιση της γερμανικής ελίτ που υποστήριζε τον φασισμό. Το συγκεκριμένο έργο σατιρίζει την πολιτική αλλά και την κοινωνική διαφθορά παρουσιάζοντας την κρυφή όψη όλων των κυρίαρχων εξουσιών. Πιο συγκεκριμένα στο κάτω μέρος του έργου παρουσιάζεται ένας μέθυσος αριστοκράτης με το κεφάλι γεμάτο βραβεία πολέμου και το σχήμα της ναζιστικής ζβάστιγκας στην γραβάτα του. Αριστερά στέκεται ένας δημοσιογράφος με ένα φλιτζάνι στο κεφάλι του να συμβολίζει την έλλειψη ευφυίας. Στα δεξιά ένας σοσιαλοδημοκράτης ως καρικατούρα του Γερμανού Προέδρου Φρίντριχ Έμπερτ, ο οποίος παρουσιάζεται με το κεφάλι του γεμάτο αχνιστά περιττώματα. Στο βάθος του πίνακα εμφανίζεται ένας κληρικός και μια ομάδα αιμοβόρων στρατιωτικών, οι οποίοι φορώντας παρωπίδες αφήνουν εν γνώση τους την πόλη να φλέγεται, κυνηγώντας τα πιστεύω τους. 

Η σατιρική αρθρογραφία

   Τον 19ο αιώνα ένας Άγγλος, δημοσιογράφος και εκδότης Τύπου στρέφεται στη συγγραφή μυθιστορημάτων. Ο Κάρολος Ντίκενς 1812-1870) αποτελεί τον διασημότερο ίσως συγγραφέα του 19ου αιώνα με τέσσερα από τα δεκατρία μυθιστορήματα του να ασκούν κοινωνική σάτιρα ενώ στα υπόλοιπα να υπάρχει έκδηλο το κωμικό στοιχείο σε συνδυασμό με τη συγκίνηση. Μέσα από τα άρθρα του σε εφημερίδες και από τα μυθιστορήματά του κατέγραφε ταξιδιωτικές εντυπώσεις, ειρωνεύοντας πάντα τη νεόπλουτη αστική τάξη.